Ελληνικά Ελληνικά English English 0 Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017
Αναζήτηση:
Γεωπάρκο Τροόδους
Κέντρο Επισκεπτών Γεωπάρκου Τροόδους
Το Κέντρο
Ο περιβάλλον χώρος του Κέντρου
Βοτανικός Κήπος
Γεωλογικές Διαδρομές
Τα Γεωπάρκα της Unesco (GGN)
Δίκτυο Επιχειρήσεων Γεωπάρκου
Το έργο
Τα Νέα μας
Πολυμέσα
Επικοινωνία


Η Ιστορία του Μεταλλείου Αμιάντου



Το μεταλλείο του αμιάντου είναι το μεγαλύτερο σε αποθέματα χρυσοτιλικού αμιάντου στην Ευρώπη, έχει έκταση 13 km2 και βρίσκεται κοντά στο χωριό Αμίαντος σε υψόμετρο γύρω στα 1500 μέτρα πάνω από τη μέση στάθμη της θάλασσας. Ο χρυσοτίλης εμφανίζεται υπό μορφή φλεβών, με τυχαία διάταξη μέσα στο σερπεντινίτη, γεμάτων με ίνες εγκάρσια προσανατολισμένες, των οποίων το μήκος ποικίλει ανάλογα με το πάχος των φλεβών, από μερικά χιλιοστόμετρα μέχρι 2 εκατοστόμετρα.

Το μεταλλείο Αμιάντου

Η μέση περιεκτικότητα του κοιτάσματος είναι από 0,8 % έως 1,0 % και τα αποθέματα υπολογίστηκαν γύρω στους 60Χ106 τόνους. Κατά τη διαδικασία επεξεργασίας και εμπλουτισμού επιτυγχανόταν πολύ ψηλή απόληψη της μεταλλοφορίας.

 

Η Κύπρος θεωρείται ως μια από τις πιο αρχαίες πηγές αμιάντου. Οι επιφανειακές εμφανίσεις αμιάντου, λόγω της χαρακτηριστικής ινώδους δομής του, εύκολα προκάλεσαν το ενδιαφέρον και γρήγορα βρέθηκαν χρήσεις που αξιοποιούσαν τις χαρακτηριστικές φυσικές του ιδιότητες. Στην αρχαία εποχή, ιδιαίτερα κατά την Κλασσική και Ρωμαϊκή περίοδο, χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή σεντονιών αποτέφρωσης των νεκρών, υποδημάτων και θρυαλλίδων για τις λυχνίες. Χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά ο ακτινόλιθος, που απαντά κυρίως στην περιοχή του Δάσους Λεμεσού και Ακαπνούς, λόγω του μεγάλου μήκους των ινών του που επέτρεπε καλύτερη επεξεργασία του. Η νεότερη ιστορία εκμετάλλευσης του αμιάντου αρχίζει στις αρχές του 20ου αιώνα όταν ο χρυσοτιλικός τύπος αμιάντου άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως στη βιομηχανία. Το ενδιαφέρον για εκμετάλλευση του αμιάντου μετατοπίσθηκε στην περιοχή του ανατολικού Τροόδους, όπου εντοπίσθηκαν πλούσιες φλέβες χρυσοτιλικού αμιάντου κατάλληλου για οικονομική εκμετάλλευση. Το 1904 δόθηκε σε ορισμένα χωριά το προνόμιο εκμετάλλευσης αμιάντου του τύπου αυτού στις πλαγιές του Τροόδους.

 

Ακολούθησε σειρά μεταβιβάσεων του δικαιώματος εκμετάλλευσης σε διάφορες ξένες εταιρείες και τελικά περιήλθε στην κυριότητα της εταιρείας "Κυπριακά Aμιαντωρυχεία Λτδ", στην οποία παραχωρήθηκε το 1934 μεταλλευτική μίσθωση διάρκειας 99 χρόνων.

 

Ολόκληρες οικογένειες εργάζονταν και διέμεναν στο μεταλλείο (φωτ. έτους 1911)

Η παραγωγή αμιάντου πάνω σε οργανωμένη κλίμακα άρχισε το 1904 στο σημερινό χώρο του μεταλλείου. Από τότε μέχρι το κλείσιμο του μεταλλείου το 1988 υπολογίζεται ότι παρήχθησαν ένα εκατομμύριο τόννοι ινών αμιάντου και εξορύχτηκαν 130 εκατομμύρια τόννοι πετρώματος. Μέχρι το 1950 η εξόρυξη του μεταλλεύματος γινόταν χειρονακτικά και συνεπώς είχε σχεδόν απόλυτη εξάρτηση από την απασχόληση μεγάλου αριθμού εργατών (μερικές χιλιάδες), ενώ η επεξεργασία (διαχωρισμός των ινών αμιάντου από το πέτρωμα) γινόταν σε μια σειρά από μύλους, χωρίς τη λήψη αυστηρών μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος. Οι περισσότεροι από τους εργαζόμενους διέμεναν σε πρόχειρα ή προσωρινά καταλύματα γύρω από το χώρο του μεταλλείου, που σταδιακά μετεξελίχθηκαν σε μόνιμες κατοικίες αναπτύσσοντας έτσι μια κοινότητα με σχολεία, νοσοκομείο και καταστήματα. Αξιοσημείωτο είναι ότι στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του μεταλλείου, το επεξεργασμένο μετάλλευμα μεταφερόταν στη Λεμεσό με εναέρια γραμμή μήκους 30 χιλιομέτρων. Αργότερα, με την καλυτέρευση του οδικού δικτύου, η μεταφορά γινόταν με φορτηγά οχήματα.

 

Μετά το 1950 άρχισε η μηχανοποίηση του μεταλλείου με τη χρήση μεγάλων μηχανημάτων εξόρυξης, ενώ από το 1963 λειτουργούσε το εννιαόροφο εργοστάσιο εμπλουτισμού. Αυτό είχε ως επακόλουθο τη μείωση του εργατικού δυναμικού και τη σταδιακή εγκατάλειψη και ερήμωση της κοινότητας, που είχε αναπτυχθεί στον ευρύτερο χώρο του μεταλλείου.

 

To εργοστάσιο εμπλουτισμού στο μεταλλείο Αμιάντου

Η μακρόχρονη λειτουργία του μεταλλείου με τη μέθοδο της επιφανειακής εκμετάλλευσης επηρέασε αναπόφευκτα το φυσικό περιβάλλον της περιοχής και είχε άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις στο ευρύτερο περιβάλλον. Τα κύρια περιβαλλοντικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν είναι ο τεράστιος κρατήρας εξόρυξης, οι εκτεταμένοι σωροί στείρων (μπάζων) με απότομα πρανή που καταλαμβάνουν μερικώς τη γύρω κοιλάδα, η ολοκληρωτική καταστροφή του φυσικού πευκοδάσους της περιοχής, όπως και η ρύπανση από τη παρουσία ινών αμιάντου στην ατμόσφαιρα (αέρα), στα επιφανειακά νερά, στους υδατοφράκτες κατάντη του ποταμού «Λούματα τους Αετούς», με πιθανές συνέπειες στην ασφάλεια και στην υγεία των ανθρώπων που κατοικούν στα γύρω χωριά.

 

Τα Κυπριακά Αμιαντωρυχεία λειτούργησαν κερδοφόρα μέχρι το 1982, όταν η διεθνής εκστρατεία εναντίον της χρήσης του αμιάντου προκάλεσε την κατακόρυφη μείωση στη ζήτηση και τις τιμές του αμιάντου και η εταιρεία άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Παράλληλα στο μεταλλείο συσσωρεύονται σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα καθώς και προβλήματα σταθερότητας των τεράστιων όγκων στείρων υλικών (μπάζων) που δημιουργήθηκαν από την εκμετάλλευση του μεταλλεύματος.

 

Μετά τον τερματισμό των μεταλλευτικών εργασιών και της μεταλλευτικής μίσθωσης το 1992, το κράτος ανέλαβε το έργο της αποκατάστασης. Οι εργασίες αποκατάστασης άρχισαν το φθινόπωρο του 1995 υπό την καθοδήγηση μιας πολυκλαδικής ομάδας που απαρτίζεται από γεωλόγο, γεωτεχνικό μηχανικό, δασολόγο, μεταλλειολόγο μηχανικό, πολεοδόμο, υγειονολόγο και περιβαλλοντολόγο. Οι εργασίες, με κύριους στόχους τη σταθεροποίηση των σωρών των στείρων και την αναδάσωση και αναχλόαση των διαμορφωμένων περιοχών, εκτελούνται με βάση το Σχέδιο Αποκατάστασης που ετοιμάστηκε.

 

 

Κατασκευή αναβαθμίδων (αριστερά) και χωματοκάλυψη (δεξιά) στην περιοχή του μεταλλείου Αμιάντου

 

Με την αναδάσωση επιδιώκεται η επαναφορά του φυσικού τοπίου και η αποκατάσταση του περιβάλλοντος στο χώρο του μεταλλείου. Οι επί μέρους εργασίες, όπως χωματοκάλυψη, φύτευση δέντρων και θάμνων και σπορά, συντελούν επίσης στη διασφάλιση της σταθερότητας των μπάζων αλλά και στη δραστική μείωση των εκτεθειμένων ινών αμιάντου.