Ελληνικά Ελληνικά English English 0 Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017
Αναζήτηση:
Γεωπάρκο Τροόδους
Η Γεωλογική Κληρονομιά
Περιβάλλον
Χλωρίδα
Πανίδα
Τουρισμός
Κέντρο Επισκεπτών Γεωπάρκου Τροόδους
Γεωλογικές Διαδρομές
Τα Γεωπάρκα της Unesco (GGN)
Δίκτυο Επιχειρήσεων Γεωπάρκου
Το έργο
Τα Νέα μας
Πολυμέσα
Επικοινωνία


Γεωλογία

Μεταλλευτική Δραστηριότητα



Η μεταλλευτική ιστορία της Κύπρου έχει συνδέσει το όνομα της (Cyprus) με το χαλκό (Cuprous). Η παραγωγή του χαλκού στην Κύπρο άρχισε πριν το 3000 π.χ. και μάλιστα καθετοποιημένη. Οι αρχαίοι Κύπριοι εκτός του ότι ήταν δεινοί μεταλλευτές ήταν και επιδέξιοι μεταλλουργοί. Είχαν εντοπίσει σχεδόν όλα τα κοιτάσματα χαλκού που υπέστησαν εκμετάλλευση τα νεότερα χρόνια, μπόρεσαν να εξορύξουν το πλουσιότερο από το μετάλλευμα τους με υπόγειες μεθόδους εκμετάλλευσης και ακολούθως, με μεταλλουργικές μεθόδους, που η βάση τους χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα, να παράγουν μεταλλικό χαλκό υψηλής καθαρότητας (τάλαντα χαλκού). Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, ότι τα απόβλητα της μεταλλουργικής κατεργασίας, γνωστά ως σκουριές, έχουν ελάχιστα κατάλοιπα χαλκού. Οι σκουριές απαντώνται συνήθως κοντά στα διάφορα μεταλλεία χαλκού και προστατεύονται από τη νομοθεσία ως αρχαία μνημεία.

 

Τα νεότερα χρόνια η εκμετάλλευση του χαλκού άρχισε από την περιοχή της Σκουριώτισσας, γύρω στο 1921 και συνεχίστηκε έντονα μέχρι το 1974.

 

Για την εξόρυξη του μεταλλεύματος χρησιμοποιούνταν τόσο υπόγειες μέθοδοι εκμετάλλευσης όσο και επιφανειακές. Οι κυριότερες υπόγειες μέθοδοι που εφαρμόστηκαν ήταν των οριζόντιων διαδοχικών πατωμάτων ή ορόφων με κατακρήμνιση της οροφής ή πλήρωσης των κενών με λιθογόμωση ή υδραυλική γόμωση με χρήση τσιμεντοπολφού που περιείχε απορρίμματα των εργοστασίων εμπλουτισμού, ενώ από τις επιφανειακές κυρίως εφαρμοζόταν η μέθοδος της κλειστής εκσκαφής με ορθές βαθμίδες, λόγω του τοπογραφικού ανάγλυφου των περιοχών. Συγχρόνως, με την εκμετάλλευση των θειούχων μεταλλευμάτων του χαλκού γινόταν και εκμετάλλευση άλλων θειούχων μεταλλευμάτων, με προεξάρχοντα το σιδηροπυρίτη.

 

Οι μεταλλουργικές μέθοδοι που εφαρμόζονταν ήταν κυρίως της επίπλευσης των ορυκτών του χαλκού (χαλκοπυρίτη, βορνίτη, κοβελλίνη, χαλκοσίνη, κυπρίτη), του σιδηροπυρίτη και των άλλων θειούχων ορυκτών (σφαλερίτη), εάν περιέχονταν στο μετάλλευμα. Τα εμπλουτισμένα μεταλλεύματα χαλκού (συμπυκνώματα χαλκού) είχαν κατά μέσο όρο περιεκτικότητα 19% και εξάγονταν από την Κύπρο. Επειδή ορισμένα ορυκτά του χαλκού (μαλαχίτης, αζουρίτης, χρυσόκολλα και εν μέρη ο χαλκοσίνης και ο κυπρίτης) διαλύονται στο νερό (εκχύλιση), γινόταν καταβύθιση του διαλυμένου χαλκού με σίδηρο (scrap iron) και παραγωγή ιζήματος χαλκού με περιεκτικότητα 55-65%. 

 

Σε ορισμένα από τα μεταλλεία αλλά και από άλλες μικρότερες μεταλλευτικές εκσκαφές, κατά καιρούς παραγόταν χρυσός και άργυρος. Ο παραγόμενος χρυσός και άργυρος ήταν υπό μορφή εγκλεισμάτων ή κόκκων ελεύθερου μετάλλου στα εμπλουτισμένα με επίπλευση μεταλλεύματα χαλκού και σιδηροπυρίτη ή σε εμπλουτισμένα με επίπλευση μεταλλεύματα χρυσού και αργύρου που βρίσκονταν στο επιφανειακό μέρος της αποκάλυψης των μεταλλείων και ήταν κυρίως λάβα που υπέστη φυσική εκχύλιση (leached lava). Επίσης, σε ορισμένα από τα μεταλλεύματα αυτά γινόταν εκχύλιση του χρυσού και του αργύρου με κυανιούχο διάλυμα και ακολούθως καταβύθιση των μετάλλων αυτών με ψευδάργυρο (Zink dust precipitation) και παραγωγή ιζήματος χρυσού και αργύρου.                                                                

 

Μεταλλείο Σκουριώτισσας

 

Στη μεταλλευτική περιοχή της Σκουριώτισσας εντοπίστηκαν τα κοιτάσματα Φουκάσας, Φοίνικα και Τρία Βουνάρκα, των οποίων η εκμετάλλευση συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.

           

Το κοίτασμα της Φουκάσας εντοπίστηκε και υπέστη μερική εκμετάλλευση από τους αρχαίους. Αυτό τεκμηριώνεται από σωρούς αρχαίας σκουριάς (γύρω στους 2.000.000 τόνους) καθώς και από αρχαίες στοές που εντοπίστηκαν κατά την εκμετάλλευση του κοιτάσματος τους νεότερους χρόνους.

 

Η συστηματική εκμετάλλευση των αναφερόμενων κοιτασμάτων τα νεότερα χρόνια αρχίζει το 1921 και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Από το 1921 μέχρι το 1974 η εκμετάλλευση διενεργόταν τόσο υπόγεια όσο και επιφανειακά. Κατά την περίοδο αυτή εξορύχτηκαν γύρω στους 7.804.000 τόνοι μεταλλεύματος μέσης περιεκτικότητας 2,3% Cu και 42% S. Η επεξεργασία του μεταλλεύματος γινόταν σε εργοστάσιο εμπλουτισμού μεταλλευμάτων στο Ξερό για την παραγωγή συμπυκνωμάτων χαλκού και σιδηροπυρίτη και τη καταβύθιση του διαλυμένου χαλκού με σίδηρο (scrap iron) για παραγωγή ιζήματος χαλκού. Η εξαγωγή των τελικών προϊόντων γινόταν από σκάλα φόρτωσης πλοίων στο Ξερό.

 

Κατά την περίοδο 1982-1993 έγινε εξόρυξη και επεξεργασία 608.000 τόνων φτωχού μεταλλεύματος μέσης περιεκτικότητας 0,8% Cu εφαρμόζοντας τη μέθοδο της εκχύλισης χαλκού με τη βοήθεια ελαφριά όξινου διαλύματος και τη καταβύθιση του με σίδηρο (scrap iron) για παραγωγή ιζήματος χαλκού περιεκτικότητας 70% Cu.

 

Από το 1996 λειτουργεί στη περιοχή, με εφαρμογή πρωτοποριακών μεθόδων επεξεργασίας (εκχύλιση μεταλλεύματος με τη βοήθεια αραιού διαλύματος οξέως – επεξεργασία χαλκούχου διαλύματος με οργανικό εξαγωγέα – ηλεκτρόλυση), υδρομεταλλουργική μονάδα παραγωγής καθόδων μεταλλικού χαλκού καθαρότητας   99,999% Cu, από την εκμετάλλευση και επεξεργασία φτωχού μεταλλεύματος χαλκού. Υπολογίζεται ότι από το 1996 μέχρι το 2007 έχουν εξορυχτεί από το εν λόγω μεταλλείο γύρω στους 7.500.000 τόνους μεταλλεύματος μέσης  περιεκτικότητας 0,7% Cu.

 

 

Μεταλλείο Ξυλιάτου (Μεμί)

 

Λειτούργησε την περίοδο 1954-1971 και μερικώς την περίοδο 1987 - 1990. Η εκμετάλλευση γινόταν επιφανειακά με τη μέθοδο της κλειστής εκσκαφής και από αυτό εξορύχτηκαν  γύρω στους  2.125.000 τόνους μεταλλεύματος σιδηροπυρίτη μέσης περιεκτικότητας 26% S. Η επεξεργασία του μεταλλεύματος γινόταν σε εργοστάσιο εμπλουτισμού μεταλλευμάτων στο Μιτσερό για παραγωγή συμπυκνώματος θείου με τη μέθοδο της επίπλευσης. Η εξαγωγή του τελικού προϊόντος μέχρι και το 1974 γινόταν με φόρτωση πλοίων στο Καραβοστάσι και μετά το 1974 με φόρτωση πλοίων στο Βασιλικό. Αξίζει να σημειωθεί ότι προς το τέλος της δεκαετίας του 1980, το τελικό προϊόν τροφοδοτούσε το εργοστάσιο παραγωγής θειικού οξέος και λιπασμάτων στο Βασιλικό.

 

 

Μεταλλείο Αλεστού

 

Λειτούργησε την περίοδο 1971-1972 και από αυτό εξορύχτηκαν με επιφανειακή εκμετάλλευση γύρω στους 661.000 τόνους μεταλλεύματος μέσης περιεκτικότητας 0,9% Cu. Η επεξεργασία του μεταλλεύματος γινόταν σε εργοστάσιο εμπλουτισμού μεταλλευμάτων στο Μιτσερό  για παραγωγή  συμπυκνώματος χαλκού με τη μέθοδο της

επίπλευσης. Η εξαγωγή του τελικού προϊόντος γινόταν με φόρτωση πλοίων στο Καραβοστάσι. Σημειώνεται ότι κατά τη δεκαετία του 1980 λειτούργησε στο χώρο του μεταλλείου μικρή υδρομεταλλουργική μονάδα παραγωγής ιζήματος χαλκού με εφαρμογή της μεθόδου της εκχύλισης με τη χρήση ελαφρά όξινου διαλύματος και την καταβύθιση του διαλυτού χαλκού με σίδηρο(scrap iron).

 

 

Μεταλλείο Κοκκινοπεζούλας (Μιτσερό)

 

Λειτούργησε την περίοδο 1953-1966 και από αυτό εξορύχτηκαν με επιφανειακή εκμετάλλευση γύρω στους 5.486.000 τόνους μεταλλεύματος μέσης περιεκτικότητας 24% S. Η επεξεργασία του μεταλλεύματος γινόταν σε εργοστάσιο εμπλουτισμού μεταλλευμάτων στο Μιτσερό για παραγωγή συμπυκνώματος θείου με τη μέθοδο της

επίπλευσης. Η εξαγωγή του τελικού προϊόντος γινόταν με φόρτωση πλοίων στο Καραβοστάσι.

 

 

Μεταλλείο Κοκκινόγια (Μιτσερό) 

 

Λειτούργησε την περίοδο 1973-1979 με εφαρμογή υπόγειων μεθόδων εκμετάλλευσης και από αυτό εξορύχτηκαν γύρω στους 481.000 τόνους μεταλλεύματος μέσης περιεκτικότητας 2% Cu και 35% S. Η μεταφορά του μεταλλεύματος μέχρι την επιφάνεια γινόταν δια μέσου στοάς και πηγαδιού. Η επεξεργασία του μεταλλεύματος γινόταν σε εργοστάσιο εμπλουτισμού μεταλλευμάτων στο Μιτσερό για παραγωγή συμπυκνωμάτων χαλκού και θείου με τη μέθοδο της επίπλευσης. Η εξαγωγή του τελικού προϊόντος γινόταν με φόρτωση πλοίων στο Βασιλικό.

 

Στο χώρο του μεταλλείου εξακολουθούν να υπάρχουν οι εγκαταστάσεις του κλωβού ανέλκυσης του πηγαδιού καθώς και  μέρος των σιδηρογραμμών στις οποίες κινούνταν τα βαγόνια μεταφοράς του μεταλλεύματος. Οι εγκαταστάσεις αυτές θα αποτελέσουν μέρος του μουσείου μεταλλευτικής κληρονομιάς που θα δημιουργηθεί στο Μιτσερό.

 

 

Μεταλλείο Αγροκηπιά Α΄

 

Λειτούργησε την περίοδο 1952-1971 με εφαρμογή επιφανειακής μεθόδου εκμετάλλευσης. Από αυτό εξορύχτηκαν  γύρω στους 333.000 τόνους μεταλλεύματος μέσης περιεκτικότητας 1% Cu και 38% S. Η επεξεργασία του μεταλλεύματος γινόταν σε εργοστάσιο εμπλουτισμού μεταλλευμάτων στο Μιτσερό για παραγωγή συμπυκνωμάτων χαλκού και θείου με τη μέθοδο της επίπλευσης. Η εξαγωγή του τελικού προϊόντος γινόταν με φόρτωση πλοίων στο Καραβοστάσι.

 

 

Μεταλλείο Αγροκηπιά Β΄

 

Λειτούργησε την περίοδο 1958-1964 με εφαρμογή υπογείων μεθόδων εκμετάλλευσης. Από αυτό εξορύχτηκαν  γύρω στους 74.000 τόνους μεταλλεύματος μέσης περιεκτικότητας 4,0% Cu και 40% S. Η επεξεργασία του μεταλλεύματος γινόταν σε εργοστάσιο εμπλουτισμού μεταλλευμάτων στο Μιτσερό για παραγωγή συμπυκνωμάτων χαλκού και θείου με τη μέθοδο της επίπλευσης. Η εξαγωγή του τελικού προϊόντος γινόταν με φόρτωση πλοίων στο Καραβοστάσι.

 

 

Μεταλλείο Αμιάντου

 

Ο κύριος τύπος αμιάντου που απαντάται στη Κύπρο είναι ο χρυσοτιλικός ή λευκός αμίαντος. Η συστηματική εκμετάλλευση του αμιάντου στην Κύπρο χρονολογείται από το 1904 και συνεχίστηκε μέχρι το 1988 οπότε και σταμάτησε υπό την πίεση της προκατάληψης στη διεθνή αγορά για την χρήση προϊόντων αμιάντου. Το κοίτασμα που υπέστη τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση βρίσκεται στο Τρόοδος, στα βόρεια του χωριού Κάτω Αμίαντος της επαρχίας Λεμεσού.

 

Για τη εξόρυξη του αμιάντου εφαρμόστηκαν επιφανειακές μέθοδοι εκμετάλλευσης και κυρίως αυτή της ανοιχτής εκσκαφής με ορθές βαθμίδες με τη χρήση μεγάλης δυναμικότητας μηχανικού εξοπλισμού εξόρυξης, φόρτωσης και μεταφοράς. Η ετήσια εξόρυξη μεταλλεύματος συχνά ξεπερνούσε τα 5 εκατομμύρια τόνους και ο λόγος εξορυγμένου μεταλλεύματος προς το τελικό προϊόν. έφθανε και το 150:1. Το εργοστάσιο εμπλουτισμού βρισκόταν κοντά στο μεταλλείο και η μέθοδος εμπλουτισμού που εφαρμοζόταν ήταν θραύση και ταξινόμηση του μεταλλεύματος συμπεριλαμβανόμενης και πνευματικής ταξινόμησης, με στόχο την παραγωγή συμπυκνώματος ινών αμιάντου. Υπολογίζεται ότι από το χώρο του μεταλλείου εξορύχτηκαν γύρω στους 150.000.000 τόνους μεταλλεύματος που έδωσαν μετά την επεξεργασία τους 942.000 τόνους συμπυκνώματος ινών αμιάντου, οι οποίοι και εξήχθησαν στο εξωτερικό.

 

Μετά τον τερματισμό των εργασιών στο μεταλλείο, το Κράτος είχε να αντιμετωπίσει σοβαρότατα περιβαλλοντικά προβλήματα. Λόγω της μη εφαρμογής σταδιακής αποκατάστασης του περιβάλλοντος κατά την λειτουργία του μεταλλείου και λόγω έλλειψης σχετικής περιβαλλοντικής Νομοθεσίας, δημιουργήθηκαν τεράστιοι σωροί υλικών οι οποίοι, εκτός των άλλων περιβαλλοντικών προβλημάτων, παρουσίαζαν και σοβαρά προβλήματα ευστάθειας.

 

Το 1995 ξεκίνησαν οι εργασίες διαμόρφωσης του χώρου του μεταλλείου με στόχο την σταθεροποίηση των μπάζων με την κατασκευή βαθμιδών, την εδαφοκάλυψη και την αναδάσωση της περιοχής. Οι εργασίες προχωρούν με ικανοποιητικό ρυθμό και προβλέπεται να ολοκληρωθούν το 2015.

 

 

Μεταλλείο Χρωμίτη

 

Η εκμετάλλευση του χρωμίου στην Κύπρο, υπό τη μορφή των ορυκτών χρωμιτών, χρονολογείται από το 1922 με κάποιες μικρές επιφανειακές εκσκαφές ασυνεχούς λειτουργίας στη περιοχή του Τροόδους και του Δάσους Λεμεσού. Η συστηματική εκμετάλλευση του χρωμίτη άρχισε το 1931 στο Τρόοδος και συγκεκριμένα στο κοίτασμα Κοκκινόροτσου και ακολούθως αυτού των Καννούρων (1939) και Χ¨ Παύλου (1950). Τα κοιτάσματα αυτά βρίσκονται κοντά στη κορυφή του Ολύμπου, στη ζώνη επαφής του χαρτζβουργίτη με το δουνίτη και η μέση περιεκτικότητα του σπινέλιου  σε Cr2O3 ανέρχεται γύρω στο 52%. Η εκμετάλλευση του χρωμίτη στα δύο πρώτα κοιτάσματα ήταν συνεχής ενώ στο κοίτασμα Χ¨Παύλου περιοδική. Η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων αυτών σταμάτησε το 1982, υπό την πίεση των τιμών εμπορίας του χρωμίτη, λόγω της υποκατάστασης του ως πυρίμαχου από άλλα υλικά και της διείσδυσης στη διεθνή αγορά φθηνού χρωμίτη από την Νότιο Αφρική με νέες μεθόδους παραγωγής σιδηροχρωμίου.

 

Για την εξόρυξη του χρωμίτη εφαρμόστηκαν υπόγειες μέθοδοι εκμετάλλευσης και συγκεκριμένα αυτές των οριζόντιων διαδοχικών πατωμάτων με κατακρήμνιση της οροφής ή πλήρωσης των κενών με λιθογόμωση ή υδραυλική γόμωση με χρήση τσιμεντοπολφού που περιείχε απορρίμματα του εργοστασίου εμπλουτισμού, που βρισκόταν στον Άγιο Νικόλαο της Στέγης στην Κακοπετριά. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις εφαρμόστηκε και η μέθοδος του συμπτυσσόμενου μετώπου. Αξίζει να σημειωθεί ότι για τη όρυξη της τελευταίας κατώτερης στοάς προσπέλασης του κοιτάσματος Κοκκινόροτσου έγινε προσπάθεια χρησιμοποίησης μηχανήματος ολομέτωπης κοπής, ενώ για την όρυξη των εσωτερικών φρεάτων χρησιμοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία ειδικό μηχάνημα ολομέτωπης ανιούσας όρυξης.

 

Οι μέθοδοι εμπλουτισμού που εφαρμόστηκαν ήταν βαρυτικές, όπως, βαρέα διάμεσα σε τύμπανα και κυκλώνες, δονούμενοι ταξινομητές, τράπεζες και παραλλαγές τους. Το μετάλλευμα που τροφοδοτούσε το εργοστάσιο εμπλουτισμού είχε μέση περιεκτικότητα σε Cr2O3 27%. Τα παραγόμενα προϊόντα είχαν μέση περιεκτικότητα σε Cr2O3 48% και ως εκ της φύσης του κυπριακού χρωμίτη, προορίζονταν κυρίως για την βιομηχανία παραγωγής πυριμάχων, όμως τα πολύ ψιλομερή συμπυκνώματα, κάτω των 0,2 χιλιοστομέτρων, πωλούνταν και στη μεταλλουργία σιδηροχρωμίου και την υαλουργία.

 

Κατά την εκμετάλλευση των αναφερομένων κοιτασμάτων υπολογίζεται ότι εξορύχτηκαν  γύρω στους 1.200.000 τόνους μεταλλεύματος που έδωσαν μετά την επεξεργασία τους γύρω στους 560.000 τόνους συμπυκνώματος χρωμίτη. Με βάση τις μεταλλευτικές έρευνες στο κοκκινόροτσο και στου Χ¨Παύλου υπολογίζεται ότι εξακολουθούν να υπάρχουν αρκετά εκμεταλλεύσιμα αποθέματα χρωμίτη.